
...και τα κεριά να σβήνουν
Έκλεισε τα φώτα, απόηχος οικολογικού διαγγέλματος και άλλων ενοχών ασπρόμαυρης μιζέριας. Ήθελε και αυτή να συμμετέχει όπως και τόσοι άλλοι. Κανένας ρομαντισμός και τα κεριά να καίνε.
Την πλησίασα, τα ποτά ήταν έτοιμα. Στάλα δεν ήπιε. Μεθυσμένη, επέστρεψε στις σημειώσεις της. Έβγαζε τον αστρολογικό μας χάρτη. Να μάθει το μέλλον μας και ήταν αγχωμένη, σαν μαθήτρια που όλα θα κριθούν στις πανελλήνιες. Αν έμενε μετεξεταστέα στο μάθημα της ευτυχίας, άραγε, μπορούσε να ξαναδώσει;
Πόσα χρόνια να κρατούσε παλιότερη βαθμολογία από επιτυχημένες σχέσεις που ναυάγησαν; Από τις λίγες στιγμές που μείναμε μόνοι και αυτή η ήσυχη ανησυχία μας κράταγε σε υπερένταση. «Νύχτα είναι θα περάσει» και μου ήρθε η μελωδία. Τη σφύριξα για να καλύψω τον απόηχο από τα κομπρεσέρ που μας έπαιρνε για ακόμα μια μέρα το κεφάλι.
Μέρες τώρα δεν είχαμε βρει ησυχία. Έβαζαν φυσικό αέριο και η περιοχή είχε γεμίσει σκόνη και χώμα. Μύριζε πνιγμένη γη και νεκρά χρώματα μιας παιδικής ανάμνησης που βίωναν άλλοι στη θέση μας... Μια νύχτα χωρίς θέρμανση, με σπίρτο αναμένο, σαν έκρηξης απόηχος.
Ήσουν σε ώρα Πορτογαλίας και αργόσχολή. Ήμασταν μια ώρα διαφορά και πολύ διαφθορά. Γυμνοί, στον ρουχισμό μας, τρεμάμενοι στην ψύχρα μας. Μια νύχτα δίχως θέρμανση... Μια νύχτα και άλλη νύχτα...
Στα μάτια σου, υπότιτλοι: «Ας όψεται ο Πλούτωνας». Voice over τα δικά μου, στο mute. Ο λόγος της ημέρας και ο παράλογος της νύχτας.
Σε πράξεις μαθηματικές συνέλαβες το σύμπαν: 111.111.111 x 111.111.111 = 12.345.678.987.654.321. Στρατιωτάκια και νούμερα, άσοι και μονάδες, απόλυτα πολλαπλάσια του 10 μείων ένα, σε αυστηρή σειρά, σαν κύκλος που στην μονάδα βρίσκει την τομή. Οποία δομή: Νίψων ανομήματα, μή μόναν όψιν.
Στο φως του φεγγαριού, τα άστρα είχαν έκλαμψη και εσύ τρέμεις μια έκλειψη. Μου έδειξες τον δρόμο στις γωνίες και με γιατρού πεποίθηση. «Το και το» είπες αφήνοντας τα γυαλιά στο πλάι σου με απογοήτευση προτετελεσμένου. «Το και το» επανέλαβες φωναχτά, να ακούσεις τη φωνή σε ηχούς διχάλα. Να αγωνιείς μη ‘ρθει ανάδρομος Ερμής και πέσει ο ουρανός σφοντύλι;
Στους σωλήνες φυσικό το αέριο. Έψαχνε διέξοδο ένας σκορπιός με το κεντρί ορθό και έτοιμο για μάχη άνευ όρων. Μια σπίθα έμελλε να ψήσει το χρυσόψαρο στα χείλη. Καρκινικά και ζυγισμένα τα βήματα... το βέλος φτάνει στην καρδιά σαν πολιορκητικός κριός. Κόκκινο το πανί στην αρένα και ο τορεαδόρ, ταύρος σε υαλοπωλείο. Παρθενική απώλεια λεοντείας τιμής. Κοιτάζει στα μέσα της και το άλλο της μισό, ομοζυγωτικής ομοιότητας. Στην εποχή του οφειούχου, αιγόκερος πνιγμένος στη φουρτούνα μιας παλίρροιας προφητειών με ένα χάρτη δύσβατο, χωρίς φραγμούς και ευδιάκριτα όρια.
Πολέμου αγρανάπαυση και οι δύο από τις δυνάμεις να ορίζουν τις τύχες με συνθήκες. Μικρός ο θάνατος, καπιταλιστικός με άλλα παιδικά παιχνίδια. Αχ, το ένστικτο, το ανθρώπινο το εξευγενισμένο.
Μια ώρα ακόμα μοναξιάς, στο Γκρινγκουιτς το ρολόι, τα φώτα για να ανάψουν. Έθεσες εαυτόν πέραν των κλικ... τώρα θα το πληρώσεις με έργα ανασκευαστικά και νέες μορφές ενέργειας...
Σε πράξεις μαθηματικές συνέλαβες το χάος: Αύγουστος μήνας ξαπλωτός, το άπειρο κοιμάται, πείρας και πυρράς απαύγασμα. Αύριο πάλι κομπρεσέρ, μπορεί να μας γκρεμίσουν όσα περίσσεψαν, μή μόναν όψιν.
Νύπτω τας χείρας μου και αμαρτίαν ουκ έχω. Δυο πρόσωπα αντανάκλαση σε δώδεκα θηρία Ολύμπιας πανουργίας. Στης σπείρας τον ορίζοντα, εσύ θα κάνεις κύκλους ζωδιακούς. Μας άλλαξες τα φώτα και πρόβλεψη καμία. Άστρα μη με μελώνετε...
Με κόντρα καθρέφτη, το ξύρισμα να φοβάσαι. Κανένας ρομαντισμός και τα κεριά να σβήνουν.